Τεχνητή καρδιά και συστήματα μηχανικής υποστήριξης

Κατά βάση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μηχανικά συστήματα υποστήριξης (τεχνητή καρδιά), μόνο αν η καρδιά, δεν μπορεί να εκπληρώσει τη λειτουργία της και δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση, με καρδιά δότη ή δεν είναι διαθέσιμη μία καρδιά δότη. Σε αυτή την περίπτωση, παρουσιάζονται διαφορετικά σενάρια, τα οποία καθιστούν απαραίτητους, διαφορετικούς τύπους μηχανικής υποστήριξης κυκλοφορικού.

Σενάριο Ι

Κατά την λήξη μιας επέμβασης, με χρήση μηχανής καρδιοπνευμονικής παράκαμψης, δεν είναι δυνατή η άμεση ανάκτηση της καρδιακής λειτουργίας. Αυτό σημαίνει, ότι ο ασθενής δεν μπορεί να διατηρηθεί στη ζωή χωρίς μηχανή καρδιοπνευμονικής παράκαμψης. Για να καταστεί λοιπόν, δυνατή η ολοκλήρωση μίας τέτοιας επέμβασης, χρειάζεται ένα σύστημα υποστήριξης. Ανάλογα, με το αν επαρκούν και οι δύο κοιλίες, υποστηρίζεται είτε μόνο η αριστερή κοιλία είτε – σε σπάνιες περιπτώσεις – παρακάμπτεται όλη η καρδιά και οι πνεύμονες. Αυτό επιτυγχάνεται, με ένα σύστημα φυγόκεντρης αντλίας, το οποίο επιτρέπει ροή αίματος έως 6 λίτρα ανά λεπτό. Υπό προϋποθέσεις, μπορεί να ενσωματωθεί oξυγονοποιητής στο σύστημα, ο οποίος εμπλουτίζει το αίμα με οξυγόνο.

Ένα τέτοιο σύστημα είναι απλό και ασφαλές. Το μειονέκτημα ωστόσο, είναι ότι η χρήση του περιορίζεται σε 7-8 ημέρες. Κατά κανόνα, επιτυγχάνεται αποκατάσταση της καρδιακής λειτουργίας στο διάστημα αυτό, αφού η καρδιά δεν χρειάζεται να εργαστεί κατά τη διάρκεια λειτουργίας της φυγοκέντρου αντλίας και δεν επιβαρύνεται με παραγωγή έργου.

Στην περίπτωση, ανάκτησης καρδιακής λειτουργίας εντός της πρώτης εβδομάδας, μπορεί να λάβει χώρα αφαίρεση του συστήματος, χωρίς πρόβλημα και η περαιτέρω πορεία ανάκαμψης των ασθενών, δε διαφέρει από εκείνη των άλλων καρδιολογικών ασθενών.

Στην περίπτωση, μη ανάκτησης καρδιακής λειτουργίας και αν υφίσταται η δυνατότητα μελλοντικής μεταμόσχευσης, πρέπει να λάβει χώρα αντικατάσταση συστήματος.

Σενάριο ΙΙ

Εδώ πρόκειται για τη χρήση συστημάτων μηχανικής υποστήριξης ως γεφύρωση, μέχρις ότου, είναι διαθέσιμο κάποιο μόσχευμα. Αποφασιστικής σημασίας είναι το γεγονός, αν πρέπει να υποστηριχθεί μόνο η αριστερή κοιλία ή ολόκληρη η καρδιά.

Κατά κύριο λόγο, πρόκειται για ασθενείς, οι οποίοι βρίσκονται ήδη στην λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάς και η κατάστασή τους, επιδεινώνεται ταχέως. Η δεύτερη ομάδα, αφορά ασθενείς, των οποίων η καρδιακή λειτουργία επιδεινώθηκε δραματικά, λόγω εμφράγματος ή φλεγμονής των καρδιακών μυών και οι οποίοι απειλούνται με θάνατο.

Σε περίπτωση λειτουργικού περιορισμού αμφοτέρων των κοιλιών, χρησιμοποιείται ένα εξωσωματικό σύστημα υποστήριξης. Μέσω δύο θαλάμων άντλησης, οι οποίοι λειτουργούν με αέρα, αντικαθίσταται και υποστηρίζεται η λειτουργία αντλίας των κοιλιών.

Στην περίπτωση που η λειτουργία αντλίας της αριστερής κοιλίας είναι σημαντικά περιορισμένη, τότε μπορεί να εμφυτευθεί ένα πολύ μικρότερο σύστημα άντλησης. Εδώ δεν πρόκειται για θάλαμο άντλησης, αλλά για αξονική αντλία ροής. Η μεταφορά του αίματος, γίνεται μέσω ενός «κοχλία του Αρχιμήδους». Οι συσκευές αυτές είναι πολύ μικρές και μπορούν να εμφυτευθούν πλήρως. Εδώ είναι διαθέσιμο το σύστημα Heartware.

Με αυτό το σύστημα υποστήριξης, καθίσταται φυσικά πιο εύκολη, η κινητοποίηση του ασθενούς και πιο πιθανή η έξοδός του από την κλινική.

Και οι δύο τρόποι υποστήριξης λειτουργούν ως γέφυρα, μέχρις ότου είναι διαθέσιμο ένα καρδιακό μόσχευμα. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να προκύψει μεσοπρόθεσμη ανάκτηση της καρδιακής λειτουργίας, έτσι ώστε να αφαιρεθούν επιτυχώς αυτά τα συστήματα και η καρδιά να ξαναλειτουργεί φυσιολογικά.

Σενάριο ΙΙΙ

Πρόκειται για ασθενείς, των οποίων η λειτουργία της αριστερής κοιλίας είναι σημαντικά περιορισμένη. Για τους ασθενείς αυτούς, δεν τίθεται δυστυχώς ζήτημα μεταμόσχευσης καρδιάς, είτε έχουν αντένδειξη για μεταμόσχευση, είτε βρίσκονται σε προχωρημένη ηλικία. Για να βοηθηθούν οι ασθενείς αυτοί και να τους εξασφαλισθεί ποιότητα ζωής, χρησιμοποιούνται οι παραπάνω αναφερόμενες αξονικές αντλίες ροής. Με αυτό τον τρόπο, εξασφαλίζεται επαρκής λειτουργία αντλίας και οι ασθενείς μπορούν να φύγουν από την κλινική, με αυτά τα συστήματα. Ωστόσο, η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο σε επιλεγμένους ασθενείς. Λόγω της έλλειψης εναλλακτικών λύσεων σε αυτούς τους ασθενείς, η χρήση αυτής της μεθόδου θα συνεχίσει στο μέλλον να κερδίζει σε σημασία.